Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

I love ‘80s: Τα μουσικά ρεύματα μιας αξέχαστης δεκαετίας (Μέρος A')

Για άλλους η χειρότερη δεκαετία στην ιστορία της μουσικής. Για άλλους η καλύτερη. Σε όποιο μουσικό θεό και να πιστεύεις ένα είναι σίγουρο. Η δεκαετία του 80 τα είχε όλα και είναι η βάση της μουσικής που ακούμε σήμερα!


Δεν θα ήταν άτοπο να θεωρήσουμε πως η ληξιαρχική πράξη θανάτου της ντίσκο και η αρχή πολλών (αν όχι όλων) των ρευμάτων που ξεχύθηκαν απ’ τη μουσική της μήτρα, υπογράφτηκε ένα κρύο, φθινοπωρινό βράδυ του 1978: ο Nile Rodgers και ο Bernard Edwards των Chic μόλις έχουν εισπράξει μια
μεγαλοπρεπέστατη «πόρτα» από τον πορτιέρη του διάσημου νεουορκέζικου κλαμπ «Studio 54» και μεθυσμένοι κι εκνευρισμένοι μαζί, φτάνουν στο διαμέρισμα του Rodgers. Οι βρισιές προς τη διεύθυνση του μαγαζιού πέφτουν όπως το χαλάζι, ο ένας πιάνει το μπάσο και βγάζει ένα αυτοσχέδιο στιχάκι εναντίον του ιδιοκτήτη του και σιγά σιγά το τζαμάρισμα αυτό μετατρέπεται σε έναν ρυθμό που, εν αγνοία τους φυσικά, θα αποτελέσει τη Λυδία λίθο του new wave, του funk των ‘80s και όλων σχεδόν των mainstream μουσικών παραγωγών της επόμενης δεκαετίας: το τραγούδι «Le Freak» είχε μόλις γεννηθεί.



Το «Le Freak» είναι το ένα απ’ τα δυο τραγούδια που, ουσιαστικά, μας «έμπασε» πρόωρα στα ‘80s. Τυπικά όμως και άκρως μουσικολογικά, η δεκαετία του ’80 είχε ξεκινήσει στα... μέσα των ‘70s, με την κυκλοφορία του τραγουδιού «I Feel Love» της Donna Summer, το μπιτάκι του οποίου καθόρισε ό,τι επρόκειτο να επακολουθήσει, τουλάχιστον όσον αφορά την επιλογή του μουσικού οργάνου που θα κινούσε πλέον τα νήματα. Ο ιταλός παραγωγός Giorgio Moroder είναι ένας πραγματικός μάγος της κονσόλας: είναι ο πρώτος που κάνει τόσο εκτεταμένη χρήση των νέων synthesizers, βάζοντας τα «πάνω» και «μπροστά» απ’ την υπόλοιπη παραγωγή, να κρατάνε το λάβαρο της μουσικής επανάστασης. Ως γνωστόν όμως, όσο πιο μπροστάρης είσαι κάπου, τόσο περισσότερες σφαίρες θα αρπάξεις στο κορμί σου, λόγω θέσης. Ο Moroder, τα δυο πρώτα χρόνια αντιμετωπιζόταν απ’ την υπόλοιπη μουσική βιομηχανία ως ο απόλυτος παρίας, ένας παράξενος τύπος με εκκεντρικές απόψεις, που προτιμούσε την απομόνωση στα ιδιόκτητα, διάσημα Musicland Studios, λίγο έξω απ’ το Μόναχο, απ’ το να πηγαίνει σε γκλαμουράτα πάρτι, όπως επίτασσε τότε η εποχή. Το Όσκαρ Μουσικής που πήρε το 1978 για το soundtrack της ταινίας «Το Εξπρές του Μεσονυχτίου», η συνεργασία του με τους αμερικανούς glam rockers Sparks στο άλμπουμ τους «No.1 In Heaven» το 1979, καθώς και η κυκλοφορία του προσωπικού του άλμπουμ, στα τέλη του ’79, με τίτλο «E=MC²» (το οποίο, όπως έγραφε στο εξώφυλλο του, ήταν «το πρώτο ψηφιακά επεξεργασμένο ηλεκτρονικό άλμπουμ», αποτέλεσαν το ιδανικό ορεκτικό για ό,τι επρόκειτο να ακούσουμε τα επόμενα χρόνια.



Ο ίδιος ο Moroder, στα μέσα των ’80s, συνέθεσε, όχι μόνο το soundtrack για ταινίες όπως ο «Σημαδεμένος» με τον Αλ Πατσίνο, αλλά και δυο απ’ τα πλέον αρχετυπικά κομμάτια της δεκαετίας, τον υπέροχο ηλεκτρονικό παιάνα «Together in Electric Dreams» και το «Take My Breath Away», απ’ το soundtrack της ταινίας «Top Gun», τραγούδι που ευθύνεται για τα μισά, τουλάχιστον, «μπλουζ» που χόρεψε, κάτω απ’ το ημίφως των σπιτικών πάρτι, η γενιά των σημερινών 30something. Ο Moroder είναι ο «πατέρας» του ήχου της δεκαετίας του ’80 κι αυτό είναι κάτι που κανείς δεν μπορεί να του το αμφισβητήσει.



Η Ηλεκτρονική σκηνή

Κι έτσι ξαφνικά, όλοι ανακαλύπτουν τα συνθεσάιζερ. Κάθε νέα μπάντα που σέβεται τον εαυτό της δεν διαθέτει κιθαρίστα ή μπασίστα, αλλά δυο και τρία keyboards μάρκας Roland ή Korg. Πολλοί μουσικοί πουλάνε τα μουσικά όργανα που είχαν μέχρι πρότινος, άλλοι παρατάνε την κιθάρα και το μπάσο και, στα γεράματα, πάνε να μάθουν πως παίζεται το αρμόνιο, ένα όργανο που η προηγούμενη, απ’ αυτούς γενιά, μισούσε παράφορα. Μάλιστα, το συγκρότημα των Queen, έγραφε στο οπισθόφυλλο των πρώτων του άλμπουμ, ρητά και κατηγορηματικά, πως «δεν χρησιμοποιούμε συνθεσάιζερ!» -αν, και στην πορεία, η παρέα του Freddie Mercury τελικώς αναθεώρησε και έτσι, στα credits του άλμπουμ τους «The Game», στις αρχές του 1980, ακούστηκε για πρώτη φορά ήχος από «σίνθι» σε ένα απ’ τα τραγούδια τους.



Η Νεορομαντική σκηνή

Το έδαφος είναι πρόσφορο. Τα keyboards έχουν πάρει θέση πάνω στη σκηνή και το μόνο που λείπει απ’ την τελική εξίσωση είναι τα είδωλα εκείνα που θα ρίξουν το σπόρο της εικόνας, του image. Αυτής της λέξης που μπήκε στο lifestyle μας αρχές δεκαετίας του ’80, αλλάζοντας όλους τους όρους του παιχνιδιού, το οποίο μέχρι τότε παιζόταν, κυρίως, με καθαρά ποιοτικά κριτήρια, βασισμένα στο τελικό μουσικό αποτέλεσμα κι όχι σε μια προκάτ εικόνα. Ο David Bowie ντύνεται Ziggy Stardust και συνεχίζει, σχεδόν μια δεκαετία απ’ την πρώτη εκείνη στιγμή που φόρεσε το κουστούμι του εξωγήινου alter ego του, το 1972, να επηρεάζει ορδές νέων μουσικών.



Το άτυπο λιμπρέτο του νέου κινήματος θα το προσφέρει, εν αγνοία του, ο σημαντικότερος σατιρικός συγγραφέας της Γηραιάς Αλβιόνας: ο Oscar Wilde γίνεται ο σιωπηλός κυβερνητικός εκπρόσωπος των Νεορομαντικών, των New Romantics: «Ποτέ δεν θα ανεβούμε στη σκηνή απεριποίητοι. H εμφάνισή μας πρέπει να είναι άψογη και να διαφέρει. Tι να κάνω μια συναυλία με τέλειο ήχο σε έναν αχανή χώρο; Προτιμάμε τα μικρά κλαμπ με ωραίο διάκοσμο, ψαγμένους dj και κόσμο που θα μοιάζει με μας στο ντύσιμο, στο χτένισμα, ακόμη και στην κινησιολογία», τόνιζε στις αρχές των ‘80s ο Tony Hadley των Spandau Ballet, ερχόμενος σε ρήξη με τις συντηρητικές βρετανικές φυλλάδες της εποχής που, τρομαγμένες απ’ την καθιέρωση του μουσικού αυτού κινήματος, έγραφαν ρεπορτάζ όπως «στο κίνημα αυτό οι άντρες ντύνονται σαν γυναίκες και φοράνε μεικάπ, είτε επειδή μπερδεύουν την σεξουαλικότητα τους με το αντίθετο φύλο, είτε επειδή διαθέτουν κάποια στοιχεία στην προσωπικότητα τους που είναι θηλυκά, χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι απαραίτητα κι ομοφυλόφιλοι».



Synth-Pop και Blitz

«Ναός» της νέας αυτής κουλτούρας που ντυνόταν με υπερβολικά εξεζητημένο, συχνά γκροτέσκο τρόπο, όπως πειρατικά ρούχα, γυναικεία φορέματα βγαλμένα απ’ την γκαρνταρόμπα της Μαρίας Αντουανέτας, ακριβά υφάσματα εισαγωγής, τα οποία συνοδεύονταν πάντα από υπερβολικό κι άκρως ναρκισσιστικό μακιγιάζ, αναδείχτηκε στην αρχή το κλαμπ «Billy's» στη Dean Street του λονδρέζικου Soho. Το «έτρεχε» ο Steve Strange, τραγουδιστής των Visage (του hit «Fade To Grey»), αρχικά διοργανώνοντας βραδιές με τίτλο «Bowie Nights» και μετέπειτα, παίρνοντας το σκληροπυρηνικό του φαν κλαμπ και στήνοντας τα πάρτι του κλαμπ «Blitz», λίγο παραδίπλα. Οι μισές νεορομαντικές μπάντες της εποχής εκείνης (ή «Blitz Bands», απ’ το όνομα του κλαμπ) συναντήθηκαν και σχηματίστηκαν σε αυτό το μέρος. Χρέη DJ εκτελούσε ο Rusty Egan (το άλλο μισό των Visage), στην γκαρνταρόμπα υπεύθυνος ήταν ένας εκκεντρικός γκέι, ονόματι... Boy George, για κάποιο φεγγάρι στο μαγαζί δούλεψε κι ο Pete Burns, τραγουδιστής των Dead Or Alive (του megahit «You Spin Me Round»), ενώ, σύμφωνα με το αισθητικό credo του Steve Strange, αν δεν ήσουν ντυμένος αρκετά παρδαλά ή εκκεντρικά, «έτρωγες πόρτα».



Οι Spandau Ballet, ο Mark Almond των Soft Cell, οι Sigue Sigue Sputnik, ο Gary Numan, οι Japan του David Sylvian και οι Adam and the Ants ήταν καθημερινοί θαμώνες του κλαμπ και μιας κουλτούρας την οποία το αγγλικό περιοδικό Face ονόμασε «a cult with no name», μια «λατρεία χωρίς όνομα», μιας κάστας ανθρώπων που, ως μέσο αντίδρασης στο σκληρό, δεξιό θατσερικό καθεστώς, προέβαλλε την καλοπέραση, τα ολονύχτια πάρτι, την αποθέωση της στιλιστικής κι ενδυματολογικής υπερβολής και την επικράτηση της εικόνας απέναντι στην ουσία. Κι, όπως το έθεσε κι ο Gary Kemp των Spandau Ballet, «το πιο σημαντικό στο κλαμπ είναι ο κόσμος, κι όχι η μουσική. Δεν είσαι απλώς μια μπάντα, είσαι και το οπτικό μέρος της βραδιάς. Στη ντισκοτέκ πηγαίνουν όσοι τους αρέσει να αισθάνονται ότι τους βλέπουν: αυτός είναι ο λόγος που ο χορός και τα ρούχα είναι τόσο σημαντικά για μας».



Κάποιοι απ’ τους (πρώην) Νεορομαντικούς, στην πορεία μεταλλάχθηκαν: oι Depeche Mode, οι Duran Duran, οι Human League, οι Ultravox και οι Erasure καθιερώθηκαν ως οι «ναυαρχίδες» των blitz kids που έβαλαν το χέρι τους στο βάζο με τη μαρμελάδα, δοκίμασαν την γεύση της μαζικής αποδοχής και έκτοτε δεν κοίταξαν ποτέ ξανά πίσω αναδεικνυόμενοι σε ηγετικές μορφές της electro και της synth pop. Ήταν οι πιο φιλόδοξοι απ’ τους «Romos», οι οποίοι εξοστρακίστηκαν στις παρυφές της mainstream μουσικής κουλτούρας, μπήκαν με τα άλμπουμ τους σε εκατομμύρια σπίτια κι άφησαν πίσω τους το παρακμιακό και underground παρελθόν τους για κάτι πιο επιφανειακά χλιδάτο καταλήγοντας fashion icons.



New Wave

Στα αγγλικά ονομάζεται «new wave», στα βραζιλιάνικα «bossa nova» και στα γαλλικά «nouvelle vague». Εμείς εδώ στην Ελλάδα το έχουμε συνδέσει με τη φωνή του Μιχάλη Βιολάρη και της Ρένας Κουμιώτη (άσχετα αν το κλασσικό άλμπουμ «Σαμποτάζ» [1981] της Λένας Πλάτωνος είναι ό,τι πιο κοντινό στον όρο «ελληνικό new wave»). Οι βρετανοί όμως, πιο διορατικοί γαρ, το έχουν συνδέσει με την μουσική κληρονομιά που άφησε πίσω του το κίνημα της πανκ. Η θηλιά που έστησε εν είδη κρεμάλας ο αυτόχειρας τραγουδιστής των Joy Division, ο Ιan Curtis, δίνει τη θέση της σε μια Νέα Τάξη (Μουσικών Πραγμάτων), με τους εναπομείναντες τρεις Division-ιστές να συνεχίζουν υπό το όνομα New Order και να επανεφευρίσκουν τα όρια της χορευτικής ποπ μουσικής, γράφοντας το 1983 το «Βlue Monday», ένα απ’ τα σημαντικότερα singles της μουσικής ιστορίας.



Είναι μια πραγματική ανάσα φρεσκάδας στην τελματωμένη μουσική, ένα νέο, δροσερό κύμα καινοτόμων ήχων, το οποίο συμπαρασύρει στον αφρό του μπάντες όπως τους Μagazine του, ex-Buzzcocks, Howard Devoto, τους ΟΜD του ύμνου «Enola Gay», τους Καναδούς Μartha & the Muffins με εκείνο το συγκλονιστικό «Echo Beach» να βάζει ακόμη και σήμερα φωτιά σε όποιο μπαράκι κι αν παιχτεί, τους Pretenders της Chrissie Hynde, το σκοτεινό σύμπαν των Psychadelic Furs, τον avant-rock ήχο των Public Image Ltd. του Johnny Lydon, το fretless bass του Sting και των Police, τους νεοϋορκέζους Talking Heads, τους σπουδαίους Ελβετούς Yello, τη Siouxsie μαζί με τα Ξωτικά της, τους Banshees, τους Flock of Seagulls, τους Style Council του πρωην-Jam, Paul Weller, τους Associates του πρόωρα χαμένου Billy McKenzie, τους Specials και τους Madness, που ένωσαν το new wave με το ska και τους αριστερίζοντες Gang of Four.



Και δίπλα σε αυτούς, τρεις σπουδαίες μπάντες από το Λίβερπουλ, όπως οι Teardrop Explodes του εκκεντρικού Julian Cope, οι μεγάλοι Echo & the Bunnymen και ο Mark E. Smith με τους Fall του, οι Dexy’s Midnight Runners, ο Declan McManus που τον γνωρίσαμε ως Elvis Costello μαζί με τους θρυλικούς Attractions, οι Cure, οι Eurythmics, οι Tears for Fears, οι Blondie και οι UB40 που πήραν το όνομα τους απ’ το «Unemployment Bureau 40», το βρετανικό ταμείο ανεργίας, το οποίο έδινε τα έγγραφα που υπέγραφαν όλοι οι άγγλοι άνεργοι προκειμένου να παραλάβουν το επίδομα ανεργίας τους.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More